29/06/2024
Γράφει ο Πατρίς Μερσώ – στον συνειδητό θάνατου του Καμύ- ότι τρώει αβγά και κρέμα γάλακτος, ότι περνάει όμορφα και τα κορίτσια του δεν πρέπει να ανησυχούν για αυτόν. Κάνει βόλτες και αυτό κρατά το σώμα του σε μια εγρήγορση και το μόνο που του λείπει είναι ένας αληθινός ήλιος. Ίσως μιλά για έναν ήλιο κρούστα φωτός, που στέκεται και φωτίζει, χωρίς να καίει το δέρμα, έναν ήλιο συμπλήρωμα του βλέμματος και όχι κακοποιητή των αισθήσεων που θολώνει την όραση και προσδοκά νερό, θάλασσα και αλμύρα της νότιας Μεσογείου.
Ο Κωστής κάνει βόλτες. Περπατά πολύ, περιφέρεται, βρίσκεται σε πέντε διαφορετικά μέρη μέσα σε μία ώρα και επιστρέφει στο σημείο που ξεκίνησε, στην είσοδο του Stretto. Αφήνει την τσάντα του πάνω στο ψυγείο με τις παγωμένες στόλι και το προσέκο. Εκεί που τα βράδια βάζουμε το βάζο με τα φακελάκια ζάχαρης. Σε αυτή την αλληλουχία δράσεων ίσως να κρύβεται η απάντηση του σπασίματος. Στα εικοσί οχτώ χρόνια λειτουργίας του μπαρ αυτό το βάζο έχει συνθλιβεί πολλές φορές. Εγώ δεν ξέρω πόσες και ούτε μπορώ να σας δώσω έναν αριθμό.
Δώδεκα μήνες. Ιούνιο με Ιούνιο, αυτό είναι το διάστημα που εργάζομαι στο Stretto. Ό,τι προηγήθηκε είναι μια αφήγηση για τις εμπειρίες άλλων ανθρώπων του Στέργιου, του Κωστή, της Ρένας, της Γκέλλυς, του Θανάση, του Τάσου, του Παπαράτσι, του Διονύση, της Τασούλας, του Γιώργου, της Νικολέτας, του Κωνσταντίνου, του Ιρλανδού, της Έλενας. Εγώ ακούω ιστορίες και το να ακούω ιστορίες είναι μια απόλαυση για τη σύνθεση της μνήμης, για το αίσθημα μιας εποχής στη μπάρα όταν εγώ αφηγούμουν ό,τι ήξερα από μυθολογία στον κύκλο του νηπιαγωγείου.
Λίγο πριν τη λήξη έμαθα πως η Βραζιλία έχει πάρει μουντιάλ του 1958, το 1962, το 1970, το 1994 και το 2002, ενώ η Αργεντινή το σήκωσε μόνο τρεις φορές το 1978, το 1986 και το 2022. Έμαθα πως στο πατάρι διαβάζεις πιο εύκολα λογοτεχνία, πως τα χριστουγεννιάτικα στολίδια μπορούν να υπάρχουν όλη τη χρονιά και δεν λιώνουν στους τριάντα πέντε, πως αρκετοί πίνουν μόνο ουίσκι και αρκετοί μόνο βότκα και κανείς δεν κάνει το λάθος να παραγγείλει για τον άλλον, έμαθα πως είναι άτιμο να σερβίρεις καμένο αφρόγαλα, το εσπρέσσο πίνεται γρήγορα και πως η μπάρα γίνεται πασαρέλλα προς τα ξημερώματα. Έμαθα πως τα ντουλάπια είναι γεμάτα βιβλία, παραπεμπτικά εξετάσεων, εφημερίδες, μαγειρεμένα φαγητά, εργαλεία, κινητά, καπνοθήκες για κάποιους/ κάποιες / κάποια που τα άφησαν εκεί και θα περάσουν άλλες να τα πάρουν σήμερα, αύριο ή μέσα στο σαββατοκύριακο. Έμαθα πως υπάρχουν άνθρωποι που έχουν σπουδάσει στο Παρίσι και ζούνε στη Θεσσαλονίκη, που είχαν λεφτά και έχασαν τα λεφτά τους, που δούλεψαν λίγο στη ζωή τους και τώρα επιχειρούν να ευτυχήσουν μιλώντας και μιλώντας να δώσουν νέα νοήματα σε έναν κόσμο που ούτε καταλαβαίνουν ούτε τους καταλαβαίνει πια.
Το Stretto κλείνει και μαζί του αργειοθετείται ένα υλικό συναντήσεων. Τι συμβαίνει όταν ο Α. ερωτεύεται τον Π. και αποφασίζουν να φύγουν για την Αμερική; Όταν η Σ. χωρίζει τον γκόμενό της στο σινεμά και κερνάει όλο το μαγαζί; Όταν ο Α. μιλά για τα παιδικά του χρόνια στο ανατολικό Βερολίνο και η Μ. περιμένει την Α. που έχει να δει έντεκα χρόνια; Όταν οι παρέες μαλώνουν και αγαπιούνται και φωνάζουν και ζητάνε να πληρώσουν για να μην υπερβάλλουν στα αισθήματα;
Το κλείσιμο ενός μπαρ σηματοδοτεί και τη λήξη ενός τόπου επικοινωνίας, μιας εισόδου σε έναν κόσμο όπου οι κώδικες είναι γνωστοί. Σε αυτή την οικειότητα ένα εγώ έχει τη δυνατότητα να πολλαπλασιαστεί μετατοπιζόμενο προς τις ανάγκες ενός εμείς, ενός συνόλου που φαντάζεται με άλλα εργαλεία τον χρόνο που θα πεθάνει μαζί του.
Ένα άλογο μπαίνει σε ένα μπαρ. Κάθεται. Ο μπάρμαν το κοιτά στα μάτια. Γίνονται οικογένεια. Βλέπει τα ποτά. Παραγγέλνει ένα, δύο, τρία τζιν. Όταν φεύγει αγκαλιάζονται κι ας έχει πληρώσει.
Σε λειτουργία όχι πια. Θυμάμαι πως κάποτε άκουσα πως οι Κινέζοι φοράνε λευκά στις κηδείες. Ο Κωστής πρέπει να αγοράσει μία λευκή καμπαρντίνα. Αν και κοντός μοιάζει με τον Ντελέζ. 'Ενα κινούμενο σώμα της νότιας μακεδονίας, εμφανίζεται και εξαφανίζεται στο μαγικό στενό του.
γ.δ.