Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά

  • Home
  • Greece
  • Ioánnina
  • Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά

Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά Παραδοσιακό καφενείο, μεζεδοπωλείο, ψησταριά. Cafe snack bar.

27/08/2026
Καλώς να ανταμωθούμε!
27/08/2026

Καλώς να ανταμωθούμε!

20/08/2026

Τα Κατσανοχώρια ετοιμάζονται να υποδεχθούν για δεύτερη φορά τον κόσμο των αγώνων, καθώς στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου 2026 θα πραγματοποιηθεί η 2η Ανάβαση Κατσανοχωρίων, με...

05/07/2026

🚨 ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ – ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΕ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

Ο Δήμος Βορείων Τζουμέρκων ενημερώνει τους δημότες ότι σημειώνονται απόπειρες τηλεφωνικής απάτης στο Μονολίθι.

❗ Καλούνται όλοι οι κάτοικοι των χωριών του Δήμου να είναι σε αυξημένη επαγρύπνηση.

Οι επιτήδειοι επιχειρούν να εξαπατήσουν πολίτες, ζητώντας χρήματα, κοσμήματα, τραπεζικά στοιχεία ή προσωπικές πληροφορίες με διάφορα προσχήματα.

👉 Μην δίνετε σε κανέναν προσωπικά ή τραπεζικά στοιχεία.
👉 Μην ακολουθείτε οδηγίες αγνώστων μέσω τηλεφώνου.
👉 Τερματίστε αμέσως την κλήση, εάν υποψιαστείτε απόπειρα απάτης.

Για το περιστατικό έχει ήδη ενημερωθεί το Αστυνομικό Τμήμα Πραμάντων, το οποίο έχει αναλάβει τις απαραίτητες ενέργειες.

Παρακαλούμε να ενημερώσετε άμεσα τους ηλικιωμένους συγγενείς, φίλους και γείτονές σας, καθώς αποτελούν συχνά στόχο τέτοιων κυκλωμάτων.

📢 Η προσοχή όλων μπορεί να αποτρέψει μια απάτη. Παρακαλούμε κοινοποιήστε την ανακοίνωση, ώστε να ενημερωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι συμπολίτες μας.

25/06/2026

🧭 Οι Πρέσβειρες μας μοιράζονται | Βασιλική Κοϊμτζίδου, Πετρίλο Καρδίτσας

Για τη Vasiliki Koimtzidou, το Πετρίλο είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας τόπος καταγωγής ή ένας όμορφος ορεινός προορισμός.

«Το χωριό είναι η υπενθύμιση ότι μπορείς να ζεις πιο απλά, πιο ήρεμα και πιο κοντά στη φύση.»

Χτισμένο στα βουνά των Αγράφων, στα 1.200 μέτρα υψόμετρο, το Πετρίλο την κέρδισε από την πρώτη στιγμή με την αυθεντική, άγρια ομορφιά του. Ένας τόπος μακριά από τον μαζικό τουρισμό, τις πόλεις και καθετί περιττό.

Σήμερα, μέσα από το τουριστικό της γραφείο και την ΑΜΚΕ Agrafa Heritage , η Βασιλική οργανώνει δράσεις που κρατούν ζωντανή τη σχέση με τον τόπο: καθαρισμούς μονοπατιών, φεστιβάλ, εκπαιδευτικά προγράμματα και εμπειρίες που συνδέουν τους ανθρώπους με τα Άγραφα.

Η ζωή στο βουνό έχει ομορφιές που δεν συγκρίνονται εύκολα: τις πρώτες χιονονιφάδες στον πρωινό καφέ, τα παγωμένα νερά του Αγραφιώτη το καλοκαίρι, τα φθινοπωρινά χρώματα, τα βότανα, τα μανιτάρια και τους καρπούς που προσφέρει απλόχερα το βουνό.

Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι η ποιότητα ζωής.

«Οι αργοί ρυθμοί, η ησυχία και η απουσία του συνεχούς άγχους δεν συγκρίνονται με τίποτα για μένα.»

Υπάρχουν και δυσκολίες: η πρόσβαση, η απόσταση από υπηρεσίες υγείας, οι διακοπές ρεύματος και σήματος, η απομόνωση. Όμως, όπως λέει η ίδια, με σωστή προετοιμασία και πρακτικές γνώσεις, η ζωή στο βουνό μπορεί σήμερα να γίνει πιο εφικτή από ποτέ.

Σε όσες και όσους σκέφτονται να αφήσουν την πόλη, η Βασιλική λέει:

«Να μην εξιδανικεύσουν τη ζωή στο χωριό, αλλά ούτε και να τη φοβηθούν.»

Δεν είναι μια μόνιμη εκδρομή ούτε μια εύκολη απόδραση. Θέλει προσαρμογή, υπομονή και διάθεση να κάνεις πράγματα μόνος σου.

Αν όμως αγαπάς τη φύση, την απλότητα και την ουσιαστική επαφή με τον τόπο όπου ζεις, μπορείς να ανακαλύψεις έναν διαφορετικό πλούτο.

«Ο πραγματικός πλούτος δεν είναι να έχεις περισσότερα, αλλά να χρειάζεσαι λιγότερα και να ζεις πιο ουσιαστικά.»

⛰️ Οι Πρεσβευτές και Πρέσβειρες Αποκέντρωσης είναι άνθρωποι που συμμετέχουν εθελοντικά στο Δίκτυο Αποκέντρωσης των Ψηλών Βουνών και λειτουργούν ως τοπικοί σύνδεσμοι, παρέχοντας καθοδήγηση στα πρώτα βήματα σε όσους ενδιαφέρονται να μετεγκατασταθούν σε κάποιον ορεινό τόπο.
Μέσα από τις ιστορίες τους, γνωρίζουμε ανθρώπους που έμειναν και συνεχίζουν να ζουν στα χωριά τους, αλλά και ανθρώπους που επέλεξαν να επιστρέψουν ή να ξαναχτίσουν τη ζωή τους κοντά στην κοινότητα και στη φύση, μοιράζοντας την εμπειρία τους και συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αναζωογόνηση των χωριών τους.

#ΠάρεΤαΒουνά #ΠρεσβευτέςΑποκέντρωσης #Αποκέντρωση

Καμμιά φορά ακούς και πολύ σοφά πράγματα στα καφενεία!!!
13/05/2026

Καμμιά φορά ακούς και πολύ σοφά πράγματα στα καφενεία!!!

25/04/2026

Ο Τελευταίος Καφές
Ένα έρημο καφενείο. Χωριό στην Πίνδο. 2004 – 2026.

1. 15 Ιουνίου 2004, 3:15 το μεσημέρι
Ο μπάρμπα-Λευτέρης σφουγγάρισε τον πάγκο για τελευταία φορά. Ψευδάργυρος γαλάζιος. Τον είχε βάψει ο ίδιος το ’72.
Έπλυνε τα δύο τελευταία φλιτζάνια στον νεροχύτη. Τσίγκινος, μικρός. Η βρύση έσταζε. Πλιτς.
«Θα τη φτιάξω όταν γυρίσω», είπε μόνος του.
Έβαλε τα φλιτζάνια ανάποδα στο πιατοθήκι. Σκούπισε τα χέρια στην ποδιά — την ίδια ποδιά 40 χρόνια.
Κοίταξε γύρω. Καρέκλες ψάθινες. Τραπέζια με μουσαμά. Το τάβλι ανοιχτό. Είχε αφήσει τη ζαριά στη μέση: 6 και 2. «Θα παίξουμε τη ρεβάνς όταν γυρίσω», είχε πει στον μπάρμπα-Στέλιο.
Ο Στέλιος πέθανε τον Μάρτη.
Στον τοίχο, οι φωτογραφίες. Ο γάμος της κόρης του, 1978. Η ομάδα του χωριού. Ο ίδιος νέος, με μουστάκι, πίσω από τον πάγκο.
Τράβηξε το ρολόι. 3:15. Σταμάτησε. Ξέχασε να το κουρδίσει. Ή δεν ήθελε.
Κλείδωσε; Όχι. Άφησε την πόρτα μισάνοιχτη.
«Για το καλό», είπε.
Πήρε τα κλειδιά και κατέβηκε Αθήνα, στον γιο του. Στο Περιστέρι. Τρίτος όροφος, χωρίς ασανσέρ.
Ήταν 76 χρονών. Τελευταίος στο χωριό.

2. 2004 – 2024
Το χωριό άδειασε. Πρώτα τα παιδιά — Γερμανία, Αθήνα, Αυστραλία. Μετά οι μεσήλικες. Μετά οι γέροι, ένας-ένας με το φέρετρο.
Το καφενείο έμεινε.
Η βρύση έσταζε. Πλιτς. Πλιτς. Μια σταγόνα κάθε 5 λεπτά.
Ο ήλιος έμπαινε κάθε πρωί από την πόρτα. Φώτιζε τον πάγκο, τα μπρίκια, τον μύλο με τη σκουριασμένη μανιβέλα. Φώτιζε τη σκόνη που χόρευε.
Και έφευγε.
Οι αράχνες ύφαιναν πάνω από τις φωτογραφίες. Ο σκόρος έφαγε τον γάμο του ’78.
Το σχολείο απέναντι έκλεισε το ’97. «Έλλειψη μαθητών».
Η πλατεία χόρτασε. Ο πλάτανος θέριεψε. Έκανε ίσκιο σε καρέκλες πεσμένες.
Κανείς δεν πέρασε το κατώφλι.

3. 15 Ιουνίου 2026, 3:15 το μεσημέρι
22 χρόνια μετά. Ακριβώς.
Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε στην πλατεία. Νοικιασμένο.
Κατέβηκε ένας άντρας. 45 χρονών. Γένια, γυαλιά. Ο Γιώργος. Ο εγγονός του Λευτέρη.
Ο Λευτέρης πέθανε το 2019. Στο Περιστέρι. «Δεν ξαναπάτησε στο χωριό», έλεγε ο πατέρας του. «Δεν άντεχε».
Ο Γιώργος σπούδασε Αρχιτεκτονική. Ζει Βερολίνο. Ήρθε για να δει. Να «καταγράψει», όπως είπε.
Σπρώχνει την πόρτα. Τρίζει. Μπαίνει.
Σκόνη. Σιωπή. Και η βρύση. Πλιτς.
Κοιτάει τον πάγκο. Τα μπρίκια. Τον νεροχύτη. Τα δύο φλιτζάνια ανάποδα.
Αγγίζει τον μύλο. Η μανιβέλα γυρίζει με δυσκολία. Τρίξιμο.
Βλέπει το τάβλι. 6 και 2.
Βλέπει το ρολόι. 3:15.
Βγάζει το κινητό. Τραβάει φωτογραφίες. «Εγκατάλειψη», γράφει στις σημειώσεις. «Ρητορική της ερήμωσης».

Ξαφνικά, σταματάει.
Πάνω στον πάγκο, κάτω από τη σκόνη, κάτι γυαλίζει.
Σκουπίζει με το δάχτυλο.
Είναι ένα καρφί. Και πάνω στο καρφί, καρφιτσωμένο, ένα χαρτάκι κιτρινισμένο.
Γραφή του παππού. Την ξέρει από τις κάρτες.
«Γιώργο, αν γυρίσεις ποτέ, βάλε νερό στο μπρίκι. Ο καφές είναι στο ράφι. Κι άσε την πόρτα ανοιχτή. Μπορεί να γυρίσει κι άλλος. Παππούς».

4. 3:30 το μεσημέρι
Ο Γιώργος ανοίγει τη βρύση. Τρέχει καφέ νερό, σκουριασμένο. Το αφήνει να τρέξει. Καθαρίζει.
Γεμίζει το μεσαίο μπρίκι.
Βρίσκει τον καφέ στο ράφι. Βαζάκι γυάλινο, κλεισμένο με σπάγκο. Μυρίζει ακόμα. 22 χρόνια μετά.
Ανάβει το γκαζάκι που είχε στο αμάξι.
Βάζει το μπρίκι.
Περιμένει. Ο καφές φουσκώνει.
Παίρνει ένα φλιτζάνι από το πιατοθήκι. Το φυσάει. Η σκόνη φεύγει.
Σερβίρει.
Βγαίνει έξω. Κάθεται σε μια καρέκλα πεσμένη. Τη σηκώνει.
Κάτω από τον πλάτανο.
Πίνει.
Βαρύς γλυκός.
Όπως τον έπινε ο παππούς.

Η πλατεία είναι άδεια. Το χωριό νεκρό.
Αλλά για 5 λεπτά, το καφενείο δούλεψε.
Για 5 λεπτά, ο μπάρμπα-Λευτέρης έφτιαξε καφέ στον εγγονό του.

5. 4:00 το μεσημέρι
Ο Γιώργος πλένει το φλιτζάνι στον νεροχύτη. Η βρύση στάζει. Πλιτς.
Το βάζει ανάποδα στο πιατοθήκι. Δίπλα στο άλλο.
Δεν κλειδώνει. Αφήνει την πόρτα μισάνοιχτη.
Φεύγει.

Δεν θα γυρίσει να μείνει. Το ξέρει. Η ζωή του είναι Βερολίνο.
Αλλά το καφενείο δεν είναι πια έρημο.
Γιατί κάποιος γύρισε.
Κάποιος ήπιε καφέ.
Κάποιος διάβασε το σημείωμα.

Και η βρύση στάζει ακόμα. Πλιτς.
Μετράει.
Όχι τα χρόνια που έφυγαν.
Τα χρόνια μέχρι να γυρίσει ο επόμενος.

Γιατί τα έρημα καφενεία δεν πεθαίνουν.
Περιμένουν.
Με την πόρτα μισάνοιχτη.
Με δύο φλιτζάνια πλυμένα.
Με ένα μπρίκι στο ράφι.

Και όταν γυρίσεις, θα έχει καφέ.
Βαρύ γλυκό.
Όπως τον έπινε ο παππούς σου.

Άννα Δανάλη

25/04/2026

Το τζούκμποξ στην Ελλάδα: Ο ήχος του καημού, 1950-1970

Το τζούκμποξ δεν ήρθε απλώς στην Ελλάδα. Έγινε Ελλάδα.
Δεν ήταν μηχάνημα. Ήταν ομολογητής. Ψυχίατρος της δραχμής.

1. Πότε ήρθε

1955-1958: Τα πρώτα Wurlitzer και Rock-Ola φτάνουν στα λιμάνια. Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Πάτρα.
Τα φέρνουν ναυτικοί και μετανάστες από την Αμερική. Μαζί με τσίχλες, τζιν και όνειρα.
Μπαίνουν στα καφενεία, στις ταβέρνες, στα ζαχαροπλαστεία.
Μέχρι το 1965, κάθε συνοικία έχει το δικό της. Δραπετσώνα, Κοκκινιά, Καλαμαριά, Ταμπάκικα.

2. Γιατί έγινε «λαϊκό»

Γιατί η Ελλάδα του ’50 και ’60 είχε 3 πράγματα:

Καημό
Μετανάστευση στη Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική. «Γκασταρμπάιτερ».
Φυλακές. Εξορίες. Εμφύλιος που δεν έκλεισε.
Χωρισμοί. «Έφυγε με το καράβι». «Παντρεύτηκε άλλον».

Δραχμή
Μια δραχμή = τρία λεπτά παρηγοριά.
Δεν υπήρχαν ψυχολόγοι. Υπήρχε το Γ4. «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Δεν υπήρχαν κινητά. Υπήρχε το Α2. «Θα γυρίσει».

Λαϊκό τραγούδι
Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Μπέλλου, Πόλυ Πάνου, Πάνος Γαβαλάς.
Το τζούκμποξ δεν έπαιζε ελαφρά. Έπαιζε μαχαίρι.
Έπαιζε «Μαντουμπάλα» για τη μάνα στο χωριό.
Έπαιζε «Είμαι αητός χωρίς φτερά» για τον φυλακισμένο.
Έπαιζε «Πόσο λυπάμαι» για τον ξενιτεμένο.

3. Πώς λειτουργούσε

«Γκλαν»: Έριχνες τη δραχμή. Ο ήχος που σήμαινε «υπάρχω».

Διάλεγες: Α1, Β3, Γ4. Τα κουμπιά ήξεραν όλους τους καημούς απ’ έξω.

Σιωπή: Το καφενείο πάγωνε. Γιατί όποιος έβαζε τραγούδι, δεν έβαζε μουσική. Έβαζε την ψυχή του να κλάψει δημόσια.

Τρία λεπτά: Τόσο κρατούσε. Τρία λεπτά δεν πονούσες μόνος. Πονούσε όλο το μαγαζί μαζί σου.

4. Ποιοι το ζούσαν

Ο Ναυτικός: Κάθε μέρα Γ4. «Συννεφιασμένη Κυριακή». Γιατί έφυγε Κυριακή.
Η Καπνεργάτρια: Α2. «Θα γυρίσει». Ο άντρας στη Γερμανία. Χόρευε μόνη ανάμεσα στα τραπέζια.
Ο Χτίστης: «Βράδυ Σαββάτου». Για το μεροκάματο που δεν έφτανε.
Η Μάνα: «Μαντουμπάλα». Για το παιδί που πήγε Αυστραλία.

5. Πότε πέθανε

1970-1975: Ήρθε η τηλεόραση. Ήρθαν τα μπουζούκια με τα πολλά φώτα. Ήρθαν τα 45άρια στο σπίτι.
Το τζούκμποξ βγήκε στην αποθήκη. Το σκέπασαν με κουβέρτα.
Αλλά οι παλιοί καφετζήδες ορκίζονταν ότι τη νύχτα το άκουγαν.
«Γκλαν».
Και μια δραχμή πάνω του το πρωί.
Γιατί οι καημοί δεν πεθαίνουν. Γυρίζουν. Και ρίχνουν δραχμή.

Η Κόλαση ήταν το τζούκμποξ σβηστό.
Γιατί τότε άκουγες τον δικό σου καημό χωρίς μουσική. Γυμνό.
Ο Παράδεισος ήταν τα τρία λεπτά που κρατούσε το τραγούδι.
Τρία λεπτά πατρίδα. Τρία λεπτά μάνα. Τρία λεπτά «θα γυρίσει».
Και η Ιθάκη ήταν το «γκλαν».
Που σήμαινε: «Ακόμα υπάρχω. Ακόμα πονάω. Ακόμα ελπίζω».

Σήμερα είναι στα μουσεία και σε 2-3 ρετρό καφενεία στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Τα παιδιά το λένε «μεγάλο κινητό».
Οι παλιοί το ακούνε και σωπαίνουν.
Γιατί θυμούνται ότι κάποτε, μια δραχμή αγόραζε τρία λεπτά ότι δεν είσαι μόνος.

Address

πλαίσια κατσανοχωριων
Ioánnina
44013

Opening Hours

Monday 07:30 - 23:30
Tuesday 07:30 - 23:30
Wednesday 07:29 - 23:30
Thursday 07:30 - 23:30
Friday 07:30 - 23:30
Saturday 07:30 - 23:30
Sunday 07:29 - 23:30

Website

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Establishment

Send a message to Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά:

Shortcuts

Share