Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά

  • Home
  • Greece
  • Ioánnina
  • Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά

Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά Παραδοσιακό καφενείο, μεζεδοπωλείο, ψησταριά. Cafe snack bar.

Καμμιά φορά ακούς και πολύ σοφά πράγματα στα καφενεία!!!
13/05/2026

Καμμιά φορά ακούς και πολύ σοφά πράγματα στα καφενεία!!!

25/04/2026

Ο Τελευταίος Καφές
Ένα έρημο καφενείο. Χωριό στην Πίνδο. 2004 – 2026.

1. 15 Ιουνίου 2004, 3:15 το μεσημέρι
Ο μπάρμπα-Λευτέρης σφουγγάρισε τον πάγκο για τελευταία φορά. Ψευδάργυρος γαλάζιος. Τον είχε βάψει ο ίδιος το ’72.
Έπλυνε τα δύο τελευταία φλιτζάνια στον νεροχύτη. Τσίγκινος, μικρός. Η βρύση έσταζε. Πλιτς.
«Θα τη φτιάξω όταν γυρίσω», είπε μόνος του.
Έβαλε τα φλιτζάνια ανάποδα στο πιατοθήκι. Σκούπισε τα χέρια στην ποδιά — την ίδια ποδιά 40 χρόνια.
Κοίταξε γύρω. Καρέκλες ψάθινες. Τραπέζια με μουσαμά. Το τάβλι ανοιχτό. Είχε αφήσει τη ζαριά στη μέση: 6 και 2. «Θα παίξουμε τη ρεβάνς όταν γυρίσω», είχε πει στον μπάρμπα-Στέλιο.
Ο Στέλιος πέθανε τον Μάρτη.
Στον τοίχο, οι φωτογραφίες. Ο γάμος της κόρης του, 1978. Η ομάδα του χωριού. Ο ίδιος νέος, με μουστάκι, πίσω από τον πάγκο.
Τράβηξε το ρολόι. 3:15. Σταμάτησε. Ξέχασε να το κουρδίσει. Ή δεν ήθελε.
Κλείδωσε; Όχι. Άφησε την πόρτα μισάνοιχτη.
«Για το καλό», είπε.
Πήρε τα κλειδιά και κατέβηκε Αθήνα, στον γιο του. Στο Περιστέρι. Τρίτος όροφος, χωρίς ασανσέρ.
Ήταν 76 χρονών. Τελευταίος στο χωριό.

2. 2004 – 2024
Το χωριό άδειασε. Πρώτα τα παιδιά — Γερμανία, Αθήνα, Αυστραλία. Μετά οι μεσήλικες. Μετά οι γέροι, ένας-ένας με το φέρετρο.
Το καφενείο έμεινε.
Η βρύση έσταζε. Πλιτς. Πλιτς. Μια σταγόνα κάθε 5 λεπτά.
Ο ήλιος έμπαινε κάθε πρωί από την πόρτα. Φώτιζε τον πάγκο, τα μπρίκια, τον μύλο με τη σκουριασμένη μανιβέλα. Φώτιζε τη σκόνη που χόρευε.
Και έφευγε.
Οι αράχνες ύφαιναν πάνω από τις φωτογραφίες. Ο σκόρος έφαγε τον γάμο του ’78.
Το σχολείο απέναντι έκλεισε το ’97. «Έλλειψη μαθητών».
Η πλατεία χόρτασε. Ο πλάτανος θέριεψε. Έκανε ίσκιο σε καρέκλες πεσμένες.
Κανείς δεν πέρασε το κατώφλι.

3. 15 Ιουνίου 2026, 3:15 το μεσημέρι
22 χρόνια μετά. Ακριβώς.
Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε στην πλατεία. Νοικιασμένο.
Κατέβηκε ένας άντρας. 45 χρονών. Γένια, γυαλιά. Ο Γιώργος. Ο εγγονός του Λευτέρη.
Ο Λευτέρης πέθανε το 2019. Στο Περιστέρι. «Δεν ξαναπάτησε στο χωριό», έλεγε ο πατέρας του. «Δεν άντεχε».
Ο Γιώργος σπούδασε Αρχιτεκτονική. Ζει Βερολίνο. Ήρθε για να δει. Να «καταγράψει», όπως είπε.
Σπρώχνει την πόρτα. Τρίζει. Μπαίνει.
Σκόνη. Σιωπή. Και η βρύση. Πλιτς.
Κοιτάει τον πάγκο. Τα μπρίκια. Τον νεροχύτη. Τα δύο φλιτζάνια ανάποδα.
Αγγίζει τον μύλο. Η μανιβέλα γυρίζει με δυσκολία. Τρίξιμο.
Βλέπει το τάβλι. 6 και 2.
Βλέπει το ρολόι. 3:15.
Βγάζει το κινητό. Τραβάει φωτογραφίες. «Εγκατάλειψη», γράφει στις σημειώσεις. «Ρητορική της ερήμωσης».

Ξαφνικά, σταματάει.
Πάνω στον πάγκο, κάτω από τη σκόνη, κάτι γυαλίζει.
Σκουπίζει με το δάχτυλο.
Είναι ένα καρφί. Και πάνω στο καρφί, καρφιτσωμένο, ένα χαρτάκι κιτρινισμένο.
Γραφή του παππού. Την ξέρει από τις κάρτες.
«Γιώργο, αν γυρίσεις ποτέ, βάλε νερό στο μπρίκι. Ο καφές είναι στο ράφι. Κι άσε την πόρτα ανοιχτή. Μπορεί να γυρίσει κι άλλος. Παππούς».

4. 3:30 το μεσημέρι
Ο Γιώργος ανοίγει τη βρύση. Τρέχει καφέ νερό, σκουριασμένο. Το αφήνει να τρέξει. Καθαρίζει.
Γεμίζει το μεσαίο μπρίκι.
Βρίσκει τον καφέ στο ράφι. Βαζάκι γυάλινο, κλεισμένο με σπάγκο. Μυρίζει ακόμα. 22 χρόνια μετά.
Ανάβει το γκαζάκι που είχε στο αμάξι.
Βάζει το μπρίκι.
Περιμένει. Ο καφές φουσκώνει.
Παίρνει ένα φλιτζάνι από το πιατοθήκι. Το φυσάει. Η σκόνη φεύγει.
Σερβίρει.
Βγαίνει έξω. Κάθεται σε μια καρέκλα πεσμένη. Τη σηκώνει.
Κάτω από τον πλάτανο.
Πίνει.
Βαρύς γλυκός.
Όπως τον έπινε ο παππούς.

Η πλατεία είναι άδεια. Το χωριό νεκρό.
Αλλά για 5 λεπτά, το καφενείο δούλεψε.
Για 5 λεπτά, ο μπάρμπα-Λευτέρης έφτιαξε καφέ στον εγγονό του.

5. 4:00 το μεσημέρι
Ο Γιώργος πλένει το φλιτζάνι στον νεροχύτη. Η βρύση στάζει. Πλιτς.
Το βάζει ανάποδα στο πιατοθήκι. Δίπλα στο άλλο.
Δεν κλειδώνει. Αφήνει την πόρτα μισάνοιχτη.
Φεύγει.

Δεν θα γυρίσει να μείνει. Το ξέρει. Η ζωή του είναι Βερολίνο.
Αλλά το καφενείο δεν είναι πια έρημο.
Γιατί κάποιος γύρισε.
Κάποιος ήπιε καφέ.
Κάποιος διάβασε το σημείωμα.

Και η βρύση στάζει ακόμα. Πλιτς.
Μετράει.
Όχι τα χρόνια που έφυγαν.
Τα χρόνια μέχρι να γυρίσει ο επόμενος.

Γιατί τα έρημα καφενεία δεν πεθαίνουν.
Περιμένουν.
Με την πόρτα μισάνοιχτη.
Με δύο φλιτζάνια πλυμένα.
Με ένα μπρίκι στο ράφι.

Και όταν γυρίσεις, θα έχει καφέ.
Βαρύ γλυκό.
Όπως τον έπινε ο παππούς σου.

Άννα Δανάλη

25/04/2026

Το τζούκμποξ στην Ελλάδα: Ο ήχος του καημού, 1950-1970

Το τζούκμποξ δεν ήρθε απλώς στην Ελλάδα. Έγινε Ελλάδα.
Δεν ήταν μηχάνημα. Ήταν ομολογητής. Ψυχίατρος της δραχμής.

1. Πότε ήρθε

1955-1958: Τα πρώτα Wurlitzer και Rock-Ola φτάνουν στα λιμάνια. Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Πάτρα.
Τα φέρνουν ναυτικοί και μετανάστες από την Αμερική. Μαζί με τσίχλες, τζιν και όνειρα.
Μπαίνουν στα καφενεία, στις ταβέρνες, στα ζαχαροπλαστεία.
Μέχρι το 1965, κάθε συνοικία έχει το δικό της. Δραπετσώνα, Κοκκινιά, Καλαμαριά, Ταμπάκικα.

2. Γιατί έγινε «λαϊκό»

Γιατί η Ελλάδα του ’50 και ’60 είχε 3 πράγματα:

Καημό
Μετανάστευση στη Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική. «Γκασταρμπάιτερ».
Φυλακές. Εξορίες. Εμφύλιος που δεν έκλεισε.
Χωρισμοί. «Έφυγε με το καράβι». «Παντρεύτηκε άλλον».

Δραχμή
Μια δραχμή = τρία λεπτά παρηγοριά.
Δεν υπήρχαν ψυχολόγοι. Υπήρχε το Γ4. «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Δεν υπήρχαν κινητά. Υπήρχε το Α2. «Θα γυρίσει».

Λαϊκό τραγούδι
Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Μπέλλου, Πόλυ Πάνου, Πάνος Γαβαλάς.
Το τζούκμποξ δεν έπαιζε ελαφρά. Έπαιζε μαχαίρι.
Έπαιζε «Μαντουμπάλα» για τη μάνα στο χωριό.
Έπαιζε «Είμαι αητός χωρίς φτερά» για τον φυλακισμένο.
Έπαιζε «Πόσο λυπάμαι» για τον ξενιτεμένο.

3. Πώς λειτουργούσε

«Γκλαν»: Έριχνες τη δραχμή. Ο ήχος που σήμαινε «υπάρχω».

Διάλεγες: Α1, Β3, Γ4. Τα κουμπιά ήξεραν όλους τους καημούς απ’ έξω.

Σιωπή: Το καφενείο πάγωνε. Γιατί όποιος έβαζε τραγούδι, δεν έβαζε μουσική. Έβαζε την ψυχή του να κλάψει δημόσια.

Τρία λεπτά: Τόσο κρατούσε. Τρία λεπτά δεν πονούσες μόνος. Πονούσε όλο το μαγαζί μαζί σου.

4. Ποιοι το ζούσαν

Ο Ναυτικός: Κάθε μέρα Γ4. «Συννεφιασμένη Κυριακή». Γιατί έφυγε Κυριακή.
Η Καπνεργάτρια: Α2. «Θα γυρίσει». Ο άντρας στη Γερμανία. Χόρευε μόνη ανάμεσα στα τραπέζια.
Ο Χτίστης: «Βράδυ Σαββάτου». Για το μεροκάματο που δεν έφτανε.
Η Μάνα: «Μαντουμπάλα». Για το παιδί που πήγε Αυστραλία.

5. Πότε πέθανε

1970-1975: Ήρθε η τηλεόραση. Ήρθαν τα μπουζούκια με τα πολλά φώτα. Ήρθαν τα 45άρια στο σπίτι.
Το τζούκμποξ βγήκε στην αποθήκη. Το σκέπασαν με κουβέρτα.
Αλλά οι παλιοί καφετζήδες ορκίζονταν ότι τη νύχτα το άκουγαν.
«Γκλαν».
Και μια δραχμή πάνω του το πρωί.
Γιατί οι καημοί δεν πεθαίνουν. Γυρίζουν. Και ρίχνουν δραχμή.

Η Κόλαση ήταν το τζούκμποξ σβηστό.
Γιατί τότε άκουγες τον δικό σου καημό χωρίς μουσική. Γυμνό.
Ο Παράδεισος ήταν τα τρία λεπτά που κρατούσε το τραγούδι.
Τρία λεπτά πατρίδα. Τρία λεπτά μάνα. Τρία λεπτά «θα γυρίσει».
Και η Ιθάκη ήταν το «γκλαν».
Που σήμαινε: «Ακόμα υπάρχω. Ακόμα πονάω. Ακόμα ελπίζω».

Σήμερα είναι στα μουσεία και σε 2-3 ρετρό καφενεία στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Τα παιδιά το λένε «μεγάλο κινητό».
Οι παλιοί το ακούνε και σωπαίνουν.
Γιατί θυμούνται ότι κάποτε, μια δραχμή αγόραζε τρία λεπτά ότι δεν είσαι μόνος.

09/04/2026
Καλό μήνα!
01/04/2026

Καλό μήνα!

28/01/2026

«Η απάντηση της Επιτροπής είναι απολύτως σαφής: τα κράτη μέλη μπορούν να στηρίξουν οικονομικά μικρές τοπικές επιχειρήσεις στις πιο απομονωμένες περιοχές, νόμιμα και στοχευμένα»

28/11/2025

ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΝΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ…
Φωτιά λέει η γνωστή παροιμία αλλά χωρίς να τρίψει κάποιος άνθρωπος ένα σπίρτο ή να πατήσει τον αναπτήρα, δεν υπάρχει περίπτωση να ανέβει καπνός από την καμινάδα, πράγμα που αυτομάτως σημαίνει πως αυτό το σπίτι κατοικείται ακόμη..... Ανέκαθεν έτσι είχαν τα πράγματα με τον καπνό στα χωριά και την ύπαιθρο και κανένας δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος εκτός και αν η ημέρα ήταν τυλιγμένη στην ομίχλη. Όπως και να έχει όμως το πράγμα, ο «άνω θρώσκων» καπνός, για να θυμηθούμε και τον μακρινό μας πρόγονο, τον ταξιδευτή Οδυσσέα και την επιστροφή του στην Ιθάκη, κοντεύει να εκλείψει ή έχει περιοριστεί δραματικά στους περισσότερους οικισμούς και χωριά της ελληνικής επικράτειας, λόγω της πληθυσμιακής αποψίλωσης που έχει επέλθει τα τελευταία χρόνια. Έτσι, όποιος επιχειρήσει, τούτη την ιδιότροπη εποχή να «επιστρέψει» στην πατρώα γη, να μην περιμένει να δει πολλά τζάκια να καπνίζουν και όσα καπνίζουν ζεσταίνουν τους τελευταίους ακρίτες της ορεινής Ελλάδας οι οποίοι ολοένα και λιγοστεύουν καθώς η γενιά τους, σβήνει σιγά - σιγά και αφήνει τα παραγώνια από τα παλιά σπίτια παγωμένα.
Ηλίας Γ. Προβόπουλος
urania_k📷Τσεπέλοβο.

15/11/2025

Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι στους δρόμους ,διαμαρτύρονται όχι μόνο για τις επιδοτήσεις που δεν παίρνουν , όχι μόνο για το μέγα σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά κ...

09/08/2025

Τώρα που θα πάτε στα χωριά που κάποτε παρατήσατε κοιτάξτε να είστε ευγενικοί στα μαγαζιά που θα κάτσετε , να έχετε υπομονή στην αναμονή , να σεβαστείτε το βουνό που θα επισκεφτείτε , να μαζέψετε τα σκουπίδια σας από τις παραλίες , να κάνετε ησυχία τις ώρες που πρέπει και να μην απαιτήσετε πρωτευουσιάνικα χαϊλίκια .
Να προσέχετε τους επικίνδυνους δρόμους , να φοράτε ζώνη και κράνος και προσέξτε να μην γίνετε η αιτία κάποιας καταστροφής .
Άιντε ψώνια …

Palavos

Address

πλαίσια κατσανοχωριων
Ioánnina
44013

Opening Hours

Monday 07:30 - 23:30
Tuesday 07:30 - 23:30
Wednesday 07:29 - 23:30
Thursday 07:30 - 23:30
Friday 07:30 - 23:30
Saturday 07:30 - 23:30
Sunday 07:29 - 23:30

Website

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Establishment

Send a message to Ο Πλάτανος παραδοσιακό καφενείο - ψησταριά:

Share