22/03/2015
"The little bar that wouldn't"
Δέκα χρονια πριν ένα μικρό μπαρ άνοιξε. Το άνοιξαν ο Άγγελος και η Ελένη. Το άνοιξαν με χαρά που γύριζαν στην Αθήνα μετά απο τόσα χρονια. Θα έβλεπαν την κόρη τους, θα είχαν περισσότερο χρόνο, θα γνώριζαν καινούριους ανθρώπους.
Κι έτσι άρχισε ο πρώτος χρόνος. Δύσκολα, για ένα μικρό μπαρ που έπαιζε τζαζ κι έμοιαζε με burlesque καθιστικό (albeit με μπερδεμένη προσωπικότητα..). So, there was a little bar that wouldn't start..
Ο πρώτος χρόνος πέρασε αργά. Οι άνθρωποι που έμπαιναν μέσα δεν ήξεραν τι να περιμένουν. Και το ζευγάρι των πενηντάρηδων που τους υποδεχόταν δημιουργούσε περίεργη εντύπωση. Για λίγο..
Μετά ερχόταν η πίτα, οι ατέλειωτες συζητήσεις, η μαμά-Ελένη για τις δύσκολες ή περίεργες στιγμές και την αγκαλιά (..παντα αγκαλιά με τον Άγγελο), κι ο Άγγελος.
Ο Άγγελος που τον ενθουσίαζαν σχεδόν τα παντα κι απεχθανόταν τη βλακεία. Που για την ομορφιά του debate έπαιρνε παντα την αντίθετη πλευρά απο αυτη του συνομιλητή του ("Να διαφωνείς", μου έλεγε, "ακόμα και με αυτά που λες. Πως αλλιώς θα δεις την άλλη πλευρά? Πως θα βρεις καλύτερα επιχειρήματα?"), και για να βρει την κατάλληλη λέξη γι' αυτά που έλεγε την έψαχνε σε πέντε γλώσσες και στο ενδιάμεσο ξεχνιόταν και τραγουδούσε (παντα μια τρίτη κάτω).
So, there was a little bar that wouldn't just give up yet.
Οι πρώτοι άνθρωποι που μπήκαν, έμειναν. Κάποιοι ειναι ακόμα εκει (γενικά μιλώντας, δεν τους έχουμε κλείσει μέσα). Και ήρθαν κι άλλοι, και πολλοί απο αυτούς έγιναν φίλοι και το μπαρ σπίτι τους. Εκει ήταν για το ποτό μετά τη δουλειά, ενα τσιγάρο κι ενα σφηνάκι πριν τη συναυλία, για το πρώτο ραντεβού (πόσα πρώτα ραντεβού..), ή για το τελευταίο. Σιγά σιγά ο χώρος έγινε οι άνθρωποι που ζούσαν εκει μαζι με τον Άγγελο και τη Ελένη. Ομόρφυνε, έγινε πιο ζεστός ακόμα, γέμισε. Οποίος έμπαινε περίμενε να βρει κι όλους τους υπόλοιπους (plus τα κεφτεδάκια της Ελένης). Βραδιές που ολο το μαγαζί έπαιρνε μέρος σε μια συζήτηση και ξεκάρδιζομασταν γιατι ήταν απλά σουρεαλ. Ήρεμες βραδιές που μας έβρισκαν στους καναπέδες να συζητάμε μέχρι το πρωί, ακόμα πιο ήρεμες βραδιές που κατέληγαν σε Motown πάρτυ και παίζαμε βαλέδες στο μπαρ..
That was a little bar that wouldn't drag its little feet no more, it was now dancing.
Ήρθαν δύσκολες μέρες, ωραίες μέρες, εξουθενωτικές μέρες..
Το μπαρ άλλαξε χέρια, οχι επειδή το παράτησαν, αλλα επειδή οι δυο έγιναν ένας. Άλλαξε χέρια, αλλα οχι οικογένεια.
Έγιναν πολλά απο τοτε. Κι όταν η δίκη μου ζωή άλλαξε, έπρεπε πια να αποφασίσω.
Δεν ήταν εύκολη η απόφαση, χρειάστηκε ολόκληρος Βίκινγκ για να με κάνει να δω αυτο που ήταν ήδη μπροστά μου, αλλα ήταν ολα έτοιμα.
So, for a tiny moment, there was a little bar that wouldn't see ahead.
Κι έτσι αποφάσισα να το πουλήσω. Δεν ήθελα, αλλα άκουγα τις προσφορές των ανθρώπων που ήθελαν να το κάνουν ενα ακόμα φαγάδικο ή κάτι με "πιο mainstream μουσική βρε παιδι μου". Είχε σχεδόν αποφασιστεί· και δεν είχα κανένα λόγο σε ολο αυτο πια. A little bar that couldn't..
Και μια απο τις τελευταίες μέρες αυτη της εξαιρετικά άχαρης διαδικασίας μπήκαν μέσα δυο "πελάτες" (φίλοι, απο εκείνους που έμπαιναν κι αγκάλιαζαν τον Άγγελο κι έτρεχαν στην Ελένη) και με ρώτησαν τι κάνω. Απάντησα "Το πουλάω". Η υπόλοιπη βραδιά έφυγε με Jameson και σχέδια. Με έξαψη κι ενθουσιασμό για το "Βρε, λες??".
Short story short, μια εβδομάδα μετά κανονίζαμε τα διαδικαστικά.
Δέκα χρονια μετά, ενα μικρό μπαρ "ανοίγει". Το ανοίγουν η Έμυ κι ο Αγαμέμνωνας. Το ανοίγουν με χαρά και τρυφερότητα. Το συνεχίζουν κι αυτο ήταν πέρα απο καθε δίκη μου προσδοκία. Θα είμαι εκει σε καθε βήμα. Κι όπως είχα γράψει στο δικό μου αποχαιρετιστήριο post: Εύχομαι να περάσουν παρά πολύ ωραία. Ξέρω πια οτι εχουν τη συνταγή που δεν είχα εγώ και θα τα εχουν ολα. Πολλή και καλή δουλειά, ωραίες στιγμές, καλή κούραση, ελεύθερο χρόνο.
Ολα αυτά που θα έχω κι εγώ από εδω και πέρα.
And as luck would have it, so it goes, the little bar that wouldn't go anywhere.
So, peace mates, and may you have a great time.