02/12/2015
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ LIMBO
Πολύ σπάνια συμβαίνει να νιώσεις νοσταλγία για κάτι που δεν γνώρισες ποτέ, και ακόμη πιο σπάνιο, το να αποτελεί αυτό το αντικείμενο του νόστου σου ένα κομμάτι του συλλογικού ασυνείδητου. Ο Ελαιώνας που δεν υπάρχει πια, το “ιερόν άλσος” της θεάς Αθηνάς, το φόντο πάνω στο οποίο σκιαγραφήθηκαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της πόλης, είναι ένα απ‘ αυτά τα κοινά και ευαίσθητα σημεία που μας ενώνουν όλους εμάς που καταγόμαστε ή απλά έχουμε μεγαλώσει στην Αθήνα. Σήμερα, μέσα στην γενικότερη πίεση και σύγχιση που βιώνουμε καθημερινά, είναι άξιον απορίας το πως ακόμη, ακτινοβολεί μυστικά, αυτός ο ελαιώνας που δεν έχει ούτε μία ελιά, και που το μεγαλύτερο κομμάτι του έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα εργοτάξιο εκσυγχρονισμένου δουλεμπορίου. Στο Βοτανικό – μέρος του αρχαίου ελαιώνα- συναντά κανείς εκτός από τους καταυλισμούς των μεταναστών, όλους αυτούς που δουλεύουν για ένα πιάτο φαί, έρχεται αντιμέτωπος με τα φαινόμενα του scrap, του sextrafficking, με την πραγματικότητα μίας σύγχρονης, εκμοντερνισμένης δουλείας, νόμιμης, σιωπηλά αποδεκτής από όλους μας.
Σ’ αυτά τα μέρη περιπλανιέται η ηρωίδα του έργου Limbo σε “limbo”, όπως θα λέγαμε σήμερα, διαβάζοντας το περιηγητικό σύγραμμα “ Ο Αναδρομάρη της Αττικής” του Δ. Γρ. Καμπούρογλου.
Η ίδια συστήνεται ως “βρικόλακας” και ηθοποιός, “ήθη ποιώ και τ’ ανασταίνω…”. Είναι το σύμβολο του αποπροσανατολισμένου σύγχρονου Αθηναίου, που δεν μπορεί να “νιώσει” πια καμία συγκίνηση, αλλά αφήνεται στην παρατήρηση της καταστροφής γύρω του και μέσα του, απαθής και παραλημένος. Περνάει τους τελευταίους μήνες περιπλανώμενη, διαμένοντας σε διαφορετικά ξενοδοχεία γύρω από την Ομόνοια, όσο ακόμη έχει λεφτά, λίγο πριν καταλήξει άστεγη. Κάνει έναν απολογισμό της ζωής της παραλληλίζοντας την προσωπική της κατάρρευση με την δραματική αλοίωση της πόλης γύρω της.
Στον Αναδρομάρη της Αττικής, σ’ αυτό το γεμάτο αγάπη για κάθε σπιθαμή της Αθήνας, σύγγραμα, ο Καμπούρογλου μιλάει για τον αρχαίο ελαιώνα που δεν υπάρχει πια. Στην ανάγκη της να δραπετεύσει από την πραγματικότητα έξω και μέσα της, η ηρωίδα μας αφήνεται σε μία φωτεινή ονειροπόληση, θαμπώνεται από τον “αόρατο” ελαιώνα, το ιερόν άλσος που υπήρχε κάποτε, μέσα από τις περιγραφές του Καμπούρογλου. Η επαφή μ’ αυτό το “αόρατον, άκτιστον και άληστον” φως, την μεταμορφώνει, ανεπαίσθητα, αργά…αλλά σταθερά.
Αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη ζωή της και την ύπαρξη της μέσα από ένα άλλο πρίσμα. Του χρόνου της ζωής της που τελειώνει θυμίζοντας της πως πρέπει να διαλέξει με ποιο τρόπο θα υπάρξει και ποια «μαρτυρία» θα αφήσει πίσω της.